αποθήκη


αποθήκη
η (AM ἀποθήκη) [αποτίθημι]
καλυμμένος χώρος προορισμένος για τη διαφύλαξη εμπορευμάτων ή άλλων ειδών
νεοελλ.
1. ιδιαίτερος χώρος οχήματος, πλοίου, αμαξοστοιχίας, αεροπλάνου, όπου φυλάσσονται οι αποσκευές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
αρχ.
1. αποθήκευση, αποταμίευση
2. «αποθήκη σωμάτων» — το νεκροταφείο
3. καταφύγιο («ἀποθήκην μέλλων ποιήσεσθαι εἰς τὸν Πέρσην» — να εξασφαλίσει καταφύγιο).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποθήκη — η τόπος που βάζουν πράγματα για φύλαξη: Για να γίνεται καλά η δουλειά του χρειαζόταν μια μεγαλύτερη αποθήκη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποθήκη — ἀ̱ποθήκη , ἀποθέω run away plup ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀ̱ποθήκη , ἀποθέω run away plup ind act 1st sg (doric aeolic) ἀποθήκη any place wherein to lay up fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθήκῃ — ἀ̱ποθήκῃ , ἀποθέω run away perf subj act 3rd sg (doric aeolic) ἀποθήκη any place wherein to lay up fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποθήκη θερμότητας — Σύστημα απομονωμένο από άλλα συστήματα, που βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας και έχει τέτοιο μέγεθος, ώστε κατά τη διεργασία αποκατάστασης θερμικής ισορροπίας με άλλο σύστημα να μπορεί να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες ενέργειας χωρίς να… …   Dictionary of Greek

  • Αποθήκη των ωφελίμων γνώσεων — Μηνιαίο περιοδικό Αμερικανών ιεραποστόλων που κυκλοφορούσε στα ελληνικά στη Σμύρνη (1837 44). Η ύλη του ήταν καθαρά εγκυκλοπαιδική, γι’ αυτό και το περιοδικό γνώρισε πολλές ανατυπώσεις τόμων ή άρθρων του …   Dictionary of Greek

  • Αποθήκη των ωφελίμων και τερπνών γνώσεων — Εικονογραφημένο μηνιαίο περιοδικό που ιδρύθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1847 και εκδόθηκε έως το τέλος του 1848. Διευθυντής και εκδότης του περιοδικού ήταν ο Ιάκωβος Πιτζιπιός από τη Χίο. Το περιοδικό δημοσίευε εγκυκλοπαιδικού περιεχομένου… …   Dictionary of Greek

  • ἀποθηκῶν — ἀποθήκη any place wherein to lay up fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθῆκαι — ἀποθήκη any place wherein to lay up fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθήκαις — ἀποθήκη any place wherein to lay up fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξαμενή — Χτιστή αποθήκη, συχνά υπόγεια, όπου περισυλλέγεται και διατηρείται το βρόχινο νερό που προέρχεται από συλλεκτήριες επιφάνειες, όπως στέγες, πλακοστρωμένες αυλές κλπ. Χρησιμοποιείται κυρίως στους τόπους όπου η υδροληψία με άλλες μεθόδους είναι… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.